Σταύρος Ξαρχάκος

«Στο Θείο χάρισμα, πρέπει να ανταποδίδεις»

Ο κορυφαίος Έλληνας συνθέτης, σε μια σπάνια, προσωπική αφήγηση αναπολεί τη ζωή του από τις πρώτες εικόνες της Κατοχής μέχρι και το τελευταίο έργο του, γύρω από το Δημοτικό τραγούδι. Θυμάται τις καντάδες της γιαγιάς και την πρώτη απόπειρα να γράψει λαϊκή μουσική, περιγράφει τη διαδικασία της έμπνευσης και τον πανικό του λευκού πενταγράμμου και εξηγεί, γιατί η επιτυχία, δεν είναι πάντα ό,τι καλύτερο. Σσσς… Ο Σταύρος Ξαρχάκος έχει το λόγο...

Σταύρος Ξαρχάκος

Ωραίος ως Έλλην, οικείος όσο και άπιαστος

Από τη Χριστίνα Κατσαντώνη

Το όνομά του περικλείει εικόνες και μελωδίες, που φέρουν μέσα τους την ίδια την Ελλάδα και την ιστορία της. Στα χέρια του μεγάλωσαν -και πόνεσαν και μάλωσαν- γενιές και γενιές Ελλήνων, οι μουσικές του έδωσαν ζωή σε αλησμόνητες κινηματογραφικές στιγμές, χάραξαν αναμνήσεις, στιγμάτισαν εποχές, συγκίνησαν και συγκινούν, ανέγγιχτες από το πέρασμα του χρόνου. Το έργο του γνωστό, όσο εκείνος άγνωστος. Στην περίπτωση του ξεχωριστού Σταύρου Ξαρχάκου, απαντήσεις σε ερωτήματα που τον αφορούν, δίνει η ίδια η μουσική του…

Η σχέση με τις συνεντεύξεις

Ήτανε μια φορά... ένας μεγάλος συνθέτης, που θέλησε να μοιραστεί τον μοναδικό μουσικό κόσμο του με ολόκληρο τον κόσμο. Όχι όμως και τον εαυτό του. Τον κράτησε και τον κρατάει πάντα μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Η προσωπική παρουσία του στα media είναι αντιστρόφως ανάλογη με τα τραγούδια του. Οι συνεντεύξεις έχουν ακόμα γι’ αυτόν “γεύση μουρουνέλαιου...”.

Ο Σταύρος Ξαρχάκος, εδώ και έξι δεκαετίες παραμένει προσηλωμένος στη μουσική του. Μέσα από αυτήν εκφράζεται, μέσα από αυτήν επικοινωνεί με το κοινό. Οικείος και μυστηριώδης, “δικός μας” όσο και άπιαστος...

Οι ανησυχίες των γονιών

Η μουσική ξεκίνησε γι’ αυτόν από τότε που θυμάται τον εαυτό του. Γνώρισε τον κόσμο τον Μάρτιο του 1939 στα Εξάρχεια κι οι πρώτες αναμνήσεις του διαμορφώθηκαν από τον ήχο της σειρήνας και εικόνες θανάτου στα πεζοδρόμια της Θεμιστοκλέους.

Όλα αυτά, όμως, τα ξόρκιζε η γιαγιά με την κιθάρα της. Τραγουδούσαν μαζί καντάδες, ακόμα και άριες από όπερες. Η γιαγιά ήταν κι η πρώτη που πίστεψε ότι το παιδί, που δεν ήταν καθόλου καλός μαθητής στο Γυμνάσιο, αλλά πάντα τραγουδούσε με την κιθάρα του στις εθνικές εορτές, κάτι θα γίνει μεγαλώνοντας. Οι γονείς ανησυχούσαν, δεν ήθελαν να γίνει “μουζικάντης”...

Προς μεγάλη απογοήτευση της μητέρας που ήθελε να σπουδάσει, δεν μπήκε στο Πανεπιστήμιο. Προς μεγάλη απογοήτευση του πατέρα, που ήθελε μια μέρα να τον καμαρώσει ναύαρχο, δεν μπήκε ποτέ στο Ναυτικό. Έκαμψε τα εμπόδια που έβαζαν οι επιθυμίες των γονιών και πήγε στο Ωδείο.

Κι όταν μέσω ενός κοινού φίλου δέχτηκε την πρόταση να γράψει μουσική για την παράσταση του Αλέξη Δαμιανού “Το Πάρτυ”,θέλησε να δοκιμάσει και να δοκιμαστεί. Κι ύστερα ήρθε ακόμα ένα θεατρικό, στο οποίο ο Σταύρος Ξαρχάκος έπρεπε για πρώτη φορά να γράψει λαϊκή μουσική. Τίτλος του, “Τα κόκκινα φανάρια”. Κι έγραψε… Τραγούδια διαχρονικά και αξεπέραστα, όπως “Το καλντερίμι”, “Άπονη ζωή”, “Φτωχολογιά” σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου.

Επιτυχία και αναζήτηση

Η επιτυχία στη ζωή του ήταν ραγδαία, αλλά όχι προσωρινή. Οι μουσικές του έδωσαν πνοή σε κορυφαίες στιγμές του ελληνικού κινηματογράφου, ενώ η συνεργασία με τον Νίκο Γκάτσο γέννησε κι άλλες μεγάλες διαχρονικές επιτυχίες, όπως “Μάτια βουρκωμένα”, “Άσπρη μέρα και για μας”

Τη δεκαετία του ‘70 υπέγραψε τη μουσική στην ιστορική παράσταση “Το μεγάλο μας τσίρκο” και τραγούδια που ερμήνευσε μοναδικά ο Νίκος Ξυλούρη ς όπως το “Ήτανε μια φορά”, ενώ άλλος ένας δίσκος σταθμός στην ιστορία της ελληνικής μουσικής ήρθε το ‘83 για την ταινία “Το ρεμπέτικο”.

Σε όλη αυτή την δημιουργική πορεία που συνεχίστηκε με επιτυχία και τις επόμενες δεκαετίες, ο Σταύρος Ξαρχάκος, δεν σταμάτησε ποτέ να αναζητά και να δοκιμάζει καινούρια πράγματα. Από τα τέλη της δεκαετίας του ‘60 κιόλας, συνέχισε τη μελέτη του πάνω στην κλασική μουσική, ενώ το έργο του περιλαμβάνει σουίτες μπαλέτου, κοντσέρτα αλλά και συμφωνικά κομμάτια. Το ζητούμενό του δεν ήταν η επιτυχία, που όπως λέει, “δεν είναι πάντα ό,τι καλύτερο μπορεί να σου συμβεί...”.

Η μουσική είναι ζωή

Η λέξη ταλέντο δεν του αρέσει, προτιμά τη λέξη χάρισμα, απέναντι στο οποίο δεν πρέπει να είσαι αχάριστος, αλλά να ανταποδίδεις. Ο ίδιος συνεχίζει να το κάνει απλόχερα και με το νέο έργο του, που έχει ως πηγή έμπνευσης το Δημοτικό τραγούδι.

Στα 82 του σήμερα, ο Σταύρος Ξαρχάκος δεν έχει καμία διάθεση να κρύψει χρόνια, ούτε και να μοιραστεί το πώς περνάει τα χρόνια του. Παραμένει ακμαίος και δημιουργικός, απολαμβάνει τις στιγμές με τα δίδυμα παιδιά του, κι εξακολουθεί να μη θέλει να μιλά για τον εαυτό του και το έργο του. Αφήνει την ίδια τη μουσική να ξεκαθαρίσει τα πάντα...

Γιατί η μουσική, όπως είχε πει κατά την τελετή αναγόρευσής του σε Επίτιμο Διδάκτορα του Τμήματος Μουσικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών, “μ’ έναν ακατανόητο τρόπο, τακτοποιεί το συναισθηματικό και το μυστηριακό χάος”. Γιατί η μουσική, όπως συνεχίζει να λέει, είναι γι’ αυτόν ζωή: “Η ζωή χωρίς μουσική είναι θάνατος, πώς να το κάνουμε;” Ό,τι πείτε μαέστρο…