Η Ελληνίδα καθηγήτρια Βιοϊατρικής Μηχανικής και Ραδιολογίας του Πανεπιστημίου Columbia, Ελίζα Κονοφάγου, επικεφαλής της πρώτης αναίμακτης επέμβασης με χρήση υπερήχων σε ασθενή με Αλτσχάιμερ. 

Από τον Αλέξανδρο Θεοδωρόπουλο

Η επέμβαση που πραγματοποιήθηκε με μεγάλη επιτυχία σε μια ηλικιωμένη γυναίκα με Αλτσχάιμερ στη Νέα Υόρκη, ανοίγει το δρόμο σε αυτή τη νέα μέθοδο που θα αρχίσει να εφαρμόζεται και σε ασθενείς με  ανίατες νευρολογικές παθήσεις όπως το Πάρκινσον, καρδιακές αρρυθμίες, αλλά και στη θεραπεία του καρκίνου του μαστού.

Με επικεφαλής την πανεπιστημιακή καθηγήτρια Ελίζα Κονοφάγου, η ομάδα κατάφερε μετά από 15 χρόνια εντατικών ερευνών και εφαρμογής σε πειραματόζωα, να αποδείξει την ασφάλεια της μεθόδου καθώς και τις θεραπευτικές δυνατότητες που προσφέρει σε διάφορους τομείς.

Αφού αποφοίτησε από τη Βαρβάκειο Σχολή, η Ελίζα Κονοφάγου σπούδασε Φυσικοχημεία στο Universite de Paris VI και πήρε Μάστερ στη Βιοϊατρική Μηχανική στο Imperial College του Λονδίνου. Αργότερα κατέκτησε και τον τίτλο του διδάκτορα στη Βιοϊατρική Τεχνολογία από το Πανεπιστήμιο του Χιούστον στο Τέξας. 

Ακολούθησαν μεταδιδακτορικές σπουδές στην Ιατρική Σχολή του Harvard, όπου και έγινε λέκτορας, ενώ το 2003 εκλέχθηκε επίκουρη καθηγήτρια στο Τμήμα Βιοϊατρικής Τεχνολογίας στη Σχολή Μηχανικών και Εφαρμοσμένων Επιστημών, όπως και επίσης στο τμήμα Ακτινολογίας του Columbia κατέχοντας τιμητικές θέσεις και στις δύο σχολές. 

Σήμερα διευθύνει το Εργαστήριο Υπερήχων και Ελαστικής Απεικόνισης του πανεπιστημίου Κολούμπια και είναι μέλος του νέου Εθνικού Συμβουλίου Έρευνας, Τεχνολογίας και Καινοτομίας (ΕΣΕΤΕΚ) της Ελλάδας.

Παρόλο που η βραβευμένη ερευνήτρια πιστεύει πως ακόμα η ιατρική βρίσκεται μακριά από την ολοκληρωτική θεραπεία του Αλτσχάιμερ, η νέα αυτή μέθοδος που αξιοποιεί τους θεραπευτικούς υπερήχους έχει πολύ σημαντικά πλεονεκτήματα χωρίς καμία χειρουργική επέμβαση ή οποιαδήποτε άλλη επεμβατική τεχνική. 

«Το δύσκολο μέρος μιας πολύπλοκης και πολύχρονης πάθησης όπως το Αλτσχάιμερ είναι ότι εξελίσσεται σε διαφορετικές παθολογίες στη διάρκεια πολλών χρόνων και δεν ξέρουμε ακόμα όλα τα διαφορετικά στάδια, κυρίως λόγω έλλειψης διαγνωστικών μεθόδων για την ανίχνευση σε αρχικά στάδια. Επομένως, όταν εντοπίζεται η νόσος, είναι σε αρκετά προχωρημένο στάδιο και βεβαίως πιο δύσκολο να σημειωθεί αποτελεσματική θεραπεία».

Eliza Konofagou

Αυτή η μη επεμβατική μέθοδος η οποία συνδυάζει διάφορους επιστημονικούς τομείς έχει ήδη λάβει την έγκριση του Αμερικανικού Οργανισμού Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA). Σύμφωνα με την καθηγήτρια, το πρωτότυπο αυτό σύστημα επιτυγχάνει την είσοδο φαρμάκων στον εγκέφαλο τα οποία μπορούν να βοηθήσουν στη θεραπεία του Αλτσχάιμερ και του Πάρκινσον όμως εξαιτίας του αιματοεγκεφαλικού φραγμού δεν μπορούν να περάσουν σε ικανοποιητική δόση. 

Όσον αφορά το Πάρκινσον, παρατηρήθηκε ότι με την καινούργια μέθοδο το φάρμακο μπορεί να διεισδύσει στην περιοχή του εγκεφάλου τουλάχιστον 2 με 7 φορές περισσότερο έχοντας ανάλογη αποτελεσματικότητα με αναπλήρωση της μορφολογίας και λειτουργικότητας των νευρώνων που παράγουν ντοπαμίνη, τη βασική ουσία που ελαττώνεται στον εγκέφαλο των ασθενών με Πάρκινσον. 

«Με την ασθενή που υποβλήθηκε στην επέμβαση αυτή, αποδείξαμε ότι γίνεται να ανοίξουμε αναίμακτα τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό μέσα από τον οποίο θα μπορούν να περνούν φάρμακα τα οποία είτε δεν μπορούν μέχρι τώρα να περάσουν είτε περνούν σε πολύ χαμηλή δόση. 

Ο φραγμός ανοίγεται με ασφάλεια, δηλαδή χωρίς καμία παρενέργεια στον ασθενή ή χωρίς άλλη κρίσιμη επίδραση στον εγκέφαλο. Αυτό που μένει τώρα είναι να διαπιστώσουμε αν υπάρχει πιθανή επίδραση στο αμυλοειδές και για τη διαπίστωση αυτή για την ασφάλεια της μεθόδου συνεχίζουμε δοκιμές με άλλους πέντε ασθενείς».

Η νέα μέθοδος της Ελληνίδας ερευνήτριας που έχει δημοσιευτεί και στο Αμερικανικό ιατρικό περιοδικό «Science Translational Medicine» απέδειξε ότι μπορεί να βοηθήσει και στην αντιμετώπιση της καρδιακής αρρυθμίας έχοντας συμπληρωματικό ρόλο. Σήμερα, η κύρια διαγνωστική τεχνική είναι το ηλεκτροκαρδιογράφημα το οποίο όμως δεν είναι πάντα ακριβές, αφήνοντας περιθώρια για υποκειμενικές ερμηνείες. 

Για την εφαρμογή της καινούργιας μεθόδου στην Ελλάδα, η Ελίζα Κονοφάγου είπε:

«Νομίζω ότι η Ελλάδα που έχει τις σωστές προδιαγραφές για κλινικές μελέτες εφαρμογών καινοτομικών τεχνικών θα ήταν μία από τις ιδανικές χώρες για να υιοθετηθεί μια τέτοια ευέλικτη και αποτελεσματική μέθοδο. Μόλις λοιπόν ολοκληρώσουμε το πρώτο στάδιο διαπίστωσης και διευθέτησης του προφίλ ασφαλείας της μεθόδου μας σε ασθενείς, ευελπιστούμε να αρχίσουμε μελέτες και στην Ελλάδα».

Για το ερευνητικό της έργο η Ελίζα Κονοφάγου έχει βραβευθεί πολλές φορές στις ΗΠΑ. Το μόνο σίγουρο είναι ότι έχει ακόμα πάρα πολλά να προσφέρει στην ιατρική!
 

#HerStory