Μια μέρα σαν σήμερα, στις 13 Σεπτεμβρίου του 1908, γεννιέται ο σπουδαίος θεατράνθρωπος που έμελλε να αλλάξει τη θεατρική εκπαίδευση της Ελλάδας με γνώμονα την υποκριτική ως λειτούργημα και όχι ως επάγγελμα. 

Από τον Αλέξανδρο Θεοδωρόπουλο

Γεννήθηκε στην Προύσα της Μικράς Ασίας σε μια ευκατάστατη οικογένεια. Ο πατέρας του, Ερρίκος Κοέν, ήταν πλούσιος έμπορος και μαζί με τη μητέρα του, Μελπομένη Παπαδοπούλου, αποφάσισαν πολύ γρήγορα να μετακομίσουν στην Κωνσταντινούπολη όταν ο Κάρολος ήταν μόλις 6 μηνών.  

Εξαιτίας της οικονομικής άνεσης των γονιών του, ο Κάρολος έλαβε από μικρός μια - σπάνια για την εποχή – καλή εκπαίδευση. Τα πρώτα χρόνια εκπαιδεύτηκε με ιδιαίτερα μαθήματα στο σπίτι και αργότερα σπούδασε εσώκλειστος στη Ροβέρτειο Σχολή της Κωνσταντινούπολης από το 1920 μέχρι το 1928. 

Συνέχισε τις σπουδές του στην Αισθητική στο πανεπιστήμιο της Σορβόννης και το 1929 εγκαταστάθηκε μόνιμα μαζί με τη μητέρα του στην Αθήνα. Σε ηλικία μόλις 21 ετών ξεκίνησε να δουλεύει σαν καθηγητής Αγγλικής γλώσσας και λογοτεχνίας στο Κολλέγιο Αθηνών όπου και ξεκίνησε η λαμπρή θεατρική πορεία του.

Με διάφορα μικρά έργα που έγραφε ο ίδιος και με ηθοποιούς τους μαθητές του άρχισε να ανεβάζει ερασιτεχνικές παραστάσεις, ενώ ακολούθησαν και οι πρώτες σκηνοθεσίες του σε διάσημα έργα όπως οι «Όρνιθες» του Αριστοφάνη και η «Τρικυμία» του Σαίξπηρ. 

Ο Κουν όντας υπέρμαχος του Ελληνικού λαϊκού εξπρεσιονισμού αναζήτησε την αναβίωση και την παγίωση του ρεύματος στις Ελληνικές  τέχνες. Σαν αποτέλεσμα, ιδρύει το 1934 τη «Λαϊκή Σκηνή» μαζί με το Γιάννη Τσαρούχη και το Διονύσιο Δεβάρη, δημιουργώντας το σημαντικότερο πειραματικό θέατρο της εποχής. 

Η επιλογή των ηθοποιών για το θίασο δεν ήταν τυχαία. Ο Κουν ήθελε ηθοποιούς προερχόμενους από τα λαϊκά κυρίως στρώματα γιατί πίστευε πως με αυτόν τον τρόπο θα μπορούσε να κάνει πράξη τη νεωτεριστική του φιλοσοφία για προσέλκυση των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων στις τέχνες. Θεωρούσε πως το θέατρο και η θεατρική παιδεία δεν είναι προνόμιο των λίγων πλουσίων αλλά και των πολλών φτωχών και ότι η διεύρυνση του θεατρικού κοινού είναι ο πραγματικός στόχος της δουλειάς σε πλήρη αντιδιαστολή με τον στεγνό επαγγελματισμό και την έπαρση της αυτοπροβολής. 

Παρόλο που το εγχείρημα θεωρήθηκε πολύ προοδευτικό για τα δεδομένα της τέχνης εκείνης της εποχής, η «Λαϊκή Σκηνή» διαλύθηκε το 1936 έπειτα από οικονομικές δυσκολίες. 

Ακολούθησαν συνεργασίες με το θίασο της Μαρίκας Κοτοπούλη αλλά και της Κατερίνας Ανδρεάδη αλλά το όνειρο του ήταν πάντα η δημιουργία ενός δικού του θεάτρου και μιας σχολής ποτισμένης με τη δική του φιλοσοφία. 

Έτσι το 1942, εν μέσω κατοχής και κακουχιών, ο Κάρολος Κουν ίδρυσε το Θέατρο Τέχνης καταφέρνοντας να κάνει πραγματικότητα το μεγάλο του όνειρο. Με πρώτους μαθητές της σχολής το Βασίλη Διαμαντόπουλο, τον Παντελή Ζερβό και άλλους ηθοποιούς που αργότερα άφησαν το στίγμα τους, άρχισαν να ανεβαίνουν οι πρώτες παραστάσεις σκηνοθετημένες από τον ίδιο τον Κουν. 

Κουν

Σε αυτά τα ταραγμένα χρόνια της δεκαετίας του ’40, ο Κουν κατάφερε να περάσει τη δική του φιλοσοφία στο θέατρο και στους τρόπους εκπαίδευσης της υποκριτικής από πολύ νωρίς, θέλοντας να δημιουργήσει μια τελείως διαφορετική πάστα ηθοποιών της νέας γενιάς.

Υπήρξε από τους πρώτους που εισήγαγε στο ελληνικό θέατρο την -καθιερωμένη πλέον- μέθοδο υποκριτικής Στανισλάφσκι, κατά την οποία «ο ηθοποιός οφείλει να φέρει εντός του και στην προσωπική του ζωή τον ρόλο που αναλαμβάνει, βουτώντας έντονα στη συναισθηματική του μνήμη και νοημοσύνη». Όλα αυτά τον ώθησαν σε μια ιδιότυπη επιλογή ηθοποιών από τους οποίους αναζητούσε «έναν υπόγειο ήχο, ένα αόρατο σημάδι» μέσα από ένα δυναμικό υποσυνείδητο. 

Κατά τη διάρκεια της προσωρινής αναστολής του θεάτρου λόγω δυσκολιών το 1945, ο Κουν συνεργάστηκε με το Εθνικό θέατρο και ανέλαβε να σκηνοθετήσει διεθνή έργα τα οποία μέχρι τότε ήταν άγνωστα στο ευρύ Ελληνικό κοινό, όπως «Οι τρείς αδελφές» του Τσέχωφ, το «Όνειρο Θερινής Νυκτός» του Σαίξπηρ και το «Άνθρωποι και Ποντίκια» του Στάινμπεκ. 

Με την επαναλειτουργία του θεάτρου τέχνης το 1954, ο Κουν εστίασε σε έργα  του Τσέχωφ, του Πιραντέλλο, του Ουάιλντερ, του Ουίλιαμς και του Μίλερ, και ακολούθησε τις διεθνής τάσεις της εποχής του μεταπολεμικού θεάτρου δίνοντας έμφαση στον Μπρέχτ και στον Μπέκετ καθώς και στο θέατρο του παραλόγου. 

Το 1959, ανεβάζοντας στο Ηρώδειο τους «Όρνιθες» του Αριστοφάνη δέχτηκε χυδαίες διαμαρτυρίες από το κοινό και αναγκάστηκε να διακόψει την παράσταση η οποία τελικά βγήκε εκτός συνόρων και βραβεύτηκε στο φεστιβάλ των Εθνών στο Παρίσι αποσπώντας διθυραμβικές κριτικές. 

Γνωστός σε όλη την Ευρώπη πλέον αλλά και στην Αμερική, ο Κουν έκανε περιοδείες με το Θέατρο Τέχνης σε μεγάλα φεστιβάλ του εξωτερικού και σε πόλεις όπως το Λονδίνο, το Παρίσι, το Μόναχο και τη Βιέννη. Το 1980 το Θέατρο Τέχνης μπήκε στην Επίδαυρο με την κλασσική τριλογία «Ορέστεια» του Αισχύλου. 

Δεχόμενος πρόσκληση από το Βασιλικό Σαιξπηρικό Θέατρο της Αγγλίας να σκηνοθετήσει το θρυλικό «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» το 1967, έγινε μόλις ο δεύτερος σκηνοθέτης σε 30 χρόνια που λαμβάνει αυτήν την τιμή. Οι Άγγλοι κριτικοί χαρακτήρισαν την παράσταση ως την καλύτερη Σαιξπηρική παράσταση των τελευταίων δέκα χρόνων.

Δάσκαλος, σκηνοθέτης, δραματουργός, ηθοποιός, σκηνογράφος και ενίοτε μεταφραστής, ο Κάρολος Κουν  ήταν η αιτία που το Ελληνικό κοινό μέσα από παραστάσεις του Θεάτρου Τέχνης ήρθε σε επαφή με τα παγκόσμια ρεύματα θεάτρου και γνώρισε συγγραφείς όπως ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, ο Τένεσι Ουίλιαμς, ο Μπέρτολτ Μπρέχτ, ο Σάμιουελ Μπέκετ και ο Άρθουρ Μίλερ.

Ως προς το εγχώριο δραματολόγιο, ανέδειξε σπουδαίους Έλληνες συγγραφείς όπως ο Ιάκωβος Καμπανέλλης, η Λούλα Αναγνωστάκη και ο Δημήτρης Κεχαΐδης, σκηνοθετώντας πολλά από τα έργα τους. 

Μερικά από τα πιο διάσημα λόγια του είναι:

«Δεν κάνουμε θέατρο για το θέατρο. Δεν κάνουμε θέατρο για να ζήσουμε. Κάνουμε θέατρο για να πλουτίσουμε τους εαυτούς μας, το κοινό που μας παρακολουθεί κι όλοι μαζί να βοηθήσουμε να δημιουργηθεί ένας πλατύς, ψυχικά πλούσιος και ακέραιος πολιτισμός στον τόπο μας.

Μόνος ο καθένας μας είναι ανήμπορος. Μόνος ο καθένας από σας, τους πιο κοντινούς στην προσπάθεια μας, είναι ανήμπορος. Μαζί ίσως κάτι μπορέσουμε να κάνουμε. Το θέατρο, ως μορφή Τέχνης, δίνει τη δυνατότητα να συνδεθούμε, να συγκινηθούμε, ν’ αγγίξουμε ο ένας τον άλλον, να νιώσουμε μαζί μια αλήθεια. Να γιατί διαλέξαμε το θέατρο σα μορφή εκδήλωσης του ψυχικού μας κόσμου».

Στις αρχές Φεβρουαρίου του 1987 εισήχθη εσπευσμένα στο νοσοκομείο με έντονους πόνους. Λίγες μέρες αργότερα έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 78 ετών, ακριβώς την ώρα που έκανε πρεμιέρα το έργο  «Ο ήχος του όπλου» της Λούλας Αναγνωστάκη, το οποίο είχε αρχίσει να σκηνοθετεί λίγες μέρες νωρίτερα. 

#HisStory