Η Χρύσα Γερακάκη πραγματοποίησε τη διπλωματική της εργασία στο Πανεπιστήμιο Bauhaus της Γερμανίας με τίτλο «Μνήμη. Ένα δίκτυο αναθημάτων για το Μάτι». Η εργασία αυτή διερευνά την αισθητική της μνήμης και την σχέση μεταξύ τραύματος, μνήμης και αρχιτεκτονικής.

Από τη Μία Κόλλια

Αυτό το απίθανο κορίτσι που τιμά ανθρώπους και περιβάλλον με αυτόν τον μοναδικό τρόπο ονειρεύεται για το μέλλον. «Να συνεχίσω να ασκώ με αγάπη, πάθος, όρεξη και αφοσίωση το επάγγελμα που αγαπάω, να συνεχίσω να μεταφράζω συναισθήματα σε χώρο, να δημιουργήσω χώρους θέτοντας ως κεντρικό σχεδιαστικό υποκείμενο τον άνθρωπο, έχοντας οικολογική συνείδηση και ενσυναίσθηση. Τέλος, θα ήθελα πάρα πολύ να δω την δουλειά μου για το Μάτι, ή μέρος αυτής, να πραγματοποιείται, καθώς πιστεύω ακράδαντα στην σημασία της διατήρησης της μνήμης».

Ονειρευόσουν από μικρή να γίνεις αρχιτέκτονας;

Από μικρή αγαπούσα την αρχιτεκτονική, την ομορφιά, την ιστορία και την ικανότητά τους να αλλάζουν τις ζωές των ανθρώπων. Η αρχιτεκτονική ήταν πάντα μέρος της ζωής μου. Δεν έπαιζα με τις κούκλες και τα playmobil μου, αλλά έφτιαχνα τα σπίτια τους. Ζητούσα από τους γονείς μου να μου αγοράζουν χαρτόνια και έφτιαχνα κουκλόσπιτα, μικρές μακέτες με ορόφους και δωμάτια, ώστε να στεγάζουν τα παιχνίδια μου. Στο δημοτικό ξεκίνησα να σχεδιάζω τις πρώτες μου κατόψεις προσπαθώντας να αποτυπώσω τα σπίτια των οικείων μου. Μεγαλώνοντας η αγάπη μου αυτή ενισχύθηκε. Στο γυμνάσιο διάβαζα για μεγάλους αρχιτέκτονες, εικαστικά ρεύματα και κτίρια και σημείωνα τα πάντα σε ένα μικρό μπλοκάκι που είχα πάντα μαζί μου. Μπαίνοντας στο Λύκειο η απόφασή μου να ασχοληθώ με την αρχιτεκτονική οριστικοποιήθηκε, καθώς έβρισκα υπέροχο το γεγονός πως η αρχιτεκτονική συμπεριλαμβάνει μέσα της πληθώρα επιστημονικών κλάδων, από τη φιλοσοφία, τις τέχνες και την επιστήμη μέχρι την ψυχολογία και την κοινωνιολογία.

Ποια κομμάτια των σπουδών σου αγάπησες περισσότερο και γιατί;

Σπούδασα στο πανεπιστήμιο του Bauhaus στην Βαϊμάρη της Γερμανίας, στα ίδια κτίρια που το 1919 ο Walter Gropius ίδρυσε την ιστορική αυτή σχολή, η οποία άλλαξε την πορεία της τέχνης και της αρχιτεκτονικής στον δυτικό κόσμο. Η σχολή συνεχίζει να διατηρεί πολλά από τα κάποτε τολμηρά και επαναστατικά της στοιχεία.

Οι σπουδαστές ενθαρρύνονται να εκφραστούν δημιουργικά με πληθώρα τρόπων– από την κεραμική μέχρι την τυπογραφία και την φωτογραφία. Υποχρεούνται να ταξιδεύουν τουλάχιστον μια φορά το εξάμηνο και να βλέπουν από κοντά άλλες κουλτούρες και μέρη. Υποχρεούνται να παίρνουν μαθήματα από άλλα τμήματα σχολών, να συνεργάζονται με πολλές ειδικότητες και να μαθαίνουν από αυτές. Αυτό είναι κάτι που αγάπησα και εκτίμησα πολύ, καθώς με έμαθε να σκέφτομαι σύνθετα, να ερευνώ, να διαβάζω, να ψάχνω τα “γιατί” και τα “διότι” σε κάθε τι που καλούμαι να σχεδιάσω. Κατά τη διάρκεια των σπουδών μου αγάπησα πολύ την ιστορία και ειδικότερα την προστασία, αποκατάσταση και επανάχρηση ιστορικών κτιρίων και μνημείων. Ειδικά στην πατρίδα μας, με την τόσο πλούσια αρχιτεκτονική κληρονομιά, η αναγνώριση και ανάδειξη των αξιών του παρελθόντος και η διατήρησή τους στο μέλλον, μέσα από την ένταξή τους στη σύγχρονη ζωή, κρίνεται αναγκαία.
 
Ποια είναι τα επαγγελματικά σου όνειρά σου;

Όταν τελείωσα το πρώτο μεταπτυχιακό μου, στο πανεπιστήμιο του Bauhaus το 2020 συνέχισα με ένα δεύτερο με εξειδίκευση στον τομέα της αρχιτεκτονικής, της μνήμης και της προστασίας των ιστορικών μνημείων. Για εμένα, η ιστορία, η έρευνα και θεωρία της αρχιτεκτονικής είναι απαραίτητα εφόδια, καθώς μόνο μέσα από την ουσιαστική γνώση του παρελθόντος είναι εφικτό να σχεδιάσουμε στο σήμερα και το αύριο. Έκτοτε, ζω και εργάζομαι στην Αθήνα ως αρχιτέκτονας, δίνοντας έμφαση σε έργα με υφιστάμενα κελύφη και μία ιστορία η οποία πρέπει να διατηρηθεί και να τη διαχειριστούμε με ευαισθησία. Η ανάγκη μου για την έρευνα και την ιστορία, η διαχείριση της μνήμης που φέρει ένα κτίριο ή ένα μνημείο και η σχέση μεταξύ αρχιτεκτονικής, συλλογικής μνήμης και ταυτότητας είναι θέματα που εξακολουθούν να με απασχολούν και συχνά σκέφτομαι πως θα επιθυμούσα να επιστρέψω στα φοιτητικά έδρανα, ίσως με την ιδιότητα ενός υποψήφιου διδάκτορα. Μελλοντικά, θα ήθελα να συνεχίσω να σχεδιάζω με σεβασμό στη μνήμη και την ιστορία και να βρίσκω δημιουργικούς τρόπους να “παντρεύω” το παρόν με το παρελθόν.   
 
Υπήρξαν άνθρωποι-φάροι στη ζωή σου;

Τους γονείς μου που μου έμαθαν την αξία της σκληρής δουλειάς αλλά και της δύναμης ενός και μόνο ανθρώπου να αλλάξει τον κόσμο, εάν το προσπαθήσει. Είναι σπουδαίο παράδειγμα οι άνθρωποι οι οποίοι σε μεγαλώνουν να σου μαθαίνουν την αξία τού να δίνεις χωρίς να περιμένεις ανταλλάγματα, και του να αφιερώνεις τις προσπάθειές σου για να αφήσεις μια παρακαταθήκη. Ταυτόχρονα, είχα την τύχη να περιβάλλομαι πάντα από εξαιρετικούς καθηγητές τον λυκειάρχη μου κ. Εμμανουήλ Αποστολάκη, αλλά και τους καθηγητές που με καθοδήγησαν στην εργασία του μεταπτυχιακού μου, Dipl. Ing. Johannes Kuehn, Dr. phil. habil. Hans-Rudolf Meier και τον Γ. Νικόπουλο. Σε επαγγελματικό επίπεδο, όταν στα 19 μου πήγα για πρώτη φορά να δουλέψω, στο πλαίσιο μιας πρακτικής άσκησης, στο γραφείο της Μαρίας Κοκκίνου και του Ανδρέα Κούρκουλα, δεν περίμενα ποτέ πως έξι μήνες μετά θα έφευγα από το γραφείο γεμάτη γνώσεις, όρεξη, και με ανθρώπους δίπλα μου να με στηρίζουν, να με αγαπάνε και να με συμβουλεύουν μέχρι και σήμερα.

Τι χρειάζεται για να επιτύχει κανείς τον στόχο του;

Η σκληρή δουλειά, η επιμονή, η οργάνωση και η αυτοπειθαρχία είναι βασικά για την επίτευξη οποιουδήποτε στόχου. «Το ταλέντο όταν δε συνοδεύεται από μυαλό γερό, πειθαρχημένο στην άμεση αντίληψη της πραγματικότητας και ψυχή ξεκάθαρη από μικροεγωσμούς-ψυχή χαλυβδωμένη με ανθρώπινο ήθος-δεν είναι ταλέντο αλλά ‘ευχέρεια’ που δεν μπορεί να αγγίξει τα όρια της δημιουργίας», λέει χαρακτηριστικά ο Μ. Καραγάτσης. Η δεξιότητα επέρχεται κατόπιν εκπαίδευσης, εξάσκησης, χρόνου και αφοσίωσης. Όλοι οι άνθρωποι είμαστε ταλαντούχοι, ο καθένας σε κάτι διαφορετικό. Εάν αυτό το ταλέντο μεταφράζεται σε έντονη ανάγκη για δημιουργία και συνοδεύεται με εξάσκηση και αφοσίωση, τότε σίγουρα απαντάται και σε εμένα.

mati

Γιατί αποφάσισες να ασχοληθείς με το Μάτι; Είχες κάποια προσωπική εμπλοκή;

Το Μάτι ήταν και παραμένει η γειτονιά μου, το σπίτι μου. Στο Μάτι μεγάλωσα και πέρασα κάθε καλοκαίρι της ζωής μου. Την ημέρα της φωτιάς, εργαζόμουν σε αρχιτεκτονικό γραφείο στο κέντρο της Αθήνας, μα η οικογένειά μου, η μητέρα μου, οι μικρότερες αδερφές μου, η γιαγιά και τα ζωάκια μας βρίσκονταν εκεί και από καθαρή τύχη κατάφεραν να επιβιώσουν. Το επόμενο διάστημα μετά τη φωτιά, όλοι καταπιαστήκαμε με το να συνεισφέρουμε με κάθε τρόπο στην περιοχή, να καθαρίσουμε, να βοηθήσουμε, να οργανώσουμε, να φροντίσουμε. Για τα επόμενα δύο χρόνια, όσο δηλαδή διήρκησε και το μεταπτυχιακό μου, η σκέψη μου δεν έφυγε ποτέ από το Μάτι. Έτσι και επέλεξα να ασχοληθώ με το θέμα της δύσκολης αυτής μνήμης και να συνεισφέρω με τον τρόπο που εγώ ήξερα καλύτερα, αυτόν της αρχιτεκτονικής. Προσεγγίζοντας αυτό το βαθιά προσωπικό θέμα, προσπάθησα να ανακαλέσω τις δικές μου αναμνήσεις, να διερευνήσω τα προσωπικά μου συναισθήματα και τον δικό μου πόνο σχετικά με την φωτιά και να τα μεταφράσω σε χώρο. Σε κάτι που να ενσωματώνει μέσα του όλη την ευθύνη της μνήμης. Το σημαντικό για εμένα ήταν να μην καταπιέσω το τραύμα, τον θυμό και τα “γιατί”, αλλά να τους δώσω χώρο να ακουστούν και να εκφραστούν.
 
Σε ποια σημεία βασίστηκε η μελέτη σου;

Η εργασία διερευνά την αισθητική της μνήμης και την σχέση μεταξύ τραύματος, μνήμης και αρχιτεκτονικής. Αποτελείται από δύο τμήματα, αυτό της θεωρητικής έρευνας, εξετάζοντας σε βάθος τον μηχανισμό της μνήμης, της ταυτότητας και του ανήκειν και στην συνέχεια καταλήγει σε μία αρχιτεκτονική πρόταση.
Ολόκληρη η περιοχή, με όλες τις πληγές της από τη φωτιά, γίνεται ένα παλίμψηστο μνήμης και ιστορίας.
Πέντε παρεμβάσεις, πέντε μνημεία διαφορετικής κλίμακας βρίσκονται διάσπαρτα στην περιοχή, δημιουργώντας ένα μεγάλο υπαίθριο μνημείο. Οι τοποθεσίες τους έχουν επιλεγεί πολύ προσεκτικά, υποδεικνύοντας μέρη που είτε έχουν σώσει είτε έχουν στοιχίσει τη ζωή πολλών ανθρώπων. Ως μέρος του δημόσιου χώρου, οι παρεμβάσεις αυτές είναι αυτόνομες αλλά λειτουργούν και ως μέρος ενός συνόλου, ενός δικτύου μνήμης. Δημιουργούν ένα δίκτυο εμβλημάτων, συμβόλων χειρισμού των πιο κρίσιμων στιγμών αυτής της καταστροφής. Αναθήματα, όμοια στην μορφή και την υλικότητα αλλά διαφορετικά στην λειτουργία και την εμπειρία που προσφέρουν. Η αλληγορία τους έγκειται στο ότι δεν παρέχουν μια χωρική πρόταση που θα είναι χρήσιμη στην καθημερινή ζωή. Αντ' αυτού, λειτουργούν ως μια υπενθύμιση του τι έλειπε και ως μια ανοιχτή πρόσκληση για να φανταστούμε τι θα μπορούσε να είχε συμβεί, αν υπήρχαν την ημέρα της φωτιάς. Δεν προσφέρουν μια λειτουργική λύση ούτε υπάρχουν ως αξιοθέατο, αλλά ως μια ένδειξη όλων όσων πήγαν στραβά.
Ένα πυροφυλάκιο, ένα καταφύγιο, μία προβλήτα. Μια σκάλα με 26 σκαλοπάτια, ένα για κάθε άνθρωπο που δεν την βρήκε ποτέ. Μια σκάλα που αντί να οδηγεί προς την θάλασσα, οδηγεί προς τον ουρανό. Τέλος οι κήποι, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν τα συναισθηματικά στάδια που σχετίζονται με την φωτιά. Πρώτα, ο κήπος του παρελθόντος, ένας κήπος με πυκνή βλάστηση παρόμοια με αυτή που υπήρχε στην περιοχή πριν από τη φωτιά. Έπειτα, ο κήπος της φωτιάς, αποτελούμενος από ψηλή, ξερή βλάστηση. Μια δαιδαλώδης διαδρομή με φαινομενικά καμένη βλάστηση που συμβολίζει όλα τα συναισθήματα πανικού όταν ο κόσμος δεν ήξερε ποιον δρόμο να ακολουθήσει. Ακολουθεί ο κήπος της θλίψης. Μαύρη γη, κενό, πλήρης απουσία συναισθημάτων που ακολούθησε τις επόμενες ημέρες μετά την φωτιά. Στην συνέχεια, ο κήπος της απουσίας, κάτω από την γη, σκοτεινός και μελαγχολικός με 104 κενά καθίσματα. Τελευταίος σταθμός σε αυτήν την μνημονική εμπειρία είναι αυτός της αποδοχής και της κάθαρσης. Ο χώρος, αγκαλιάζει μέσω της μορφής του τον επισκέπτη και τον προσκαλεί να κοιτάξει την θάλασσα και τον ορίζοντα, ώστε να συλλογιστεί αυτό που βίωσε και να αναγνωρίσει το μέγεθος του τραύματος που άφησε η φωτιά. Το μνημείο ολοκληρώνεται με την δημιουργία ενός κέντρου πληροφόρησης και εκπαίδευσης, το οποίο στοχεύει στην καλλιέργεια των επισκεπτών και στη στοχευμένη προετοιμασία τους ώστε να διαχειριστούν αποτελεσματικότερα κάποιο παρόμοιο γεγονός στο μέλλον. Εκεί βρίσκονται μία αίθουσα εκδηλώσεων, ένα μουσείο, αρχείο, αίθουσες σεμιναρίων και ένα μικρό καφέ. Όλες αυτές οι χρήσεις είναι τοποθετημένες υπόσκαφα και σε γραμμική σειρά. Ελάχιστα ίχνη της κατασκευής αυτής είναι ορατά πάνω από τη γη.

Πώς κρίνεις την αισθητική και την αρχιτεκτονική του τόπου σου;

Έχει χαρακτήρα η Αθήνα. Τα διαμάντια όμως της πόλης για εμένα είναι όλα αυτά τα (ιστορικά) κτίρια που αντιπροσωπεύουν τις αξίες της κοινωνίας που τα δημιούργησε και αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας και κουλτούρας της. Η υπέροχη στοά Νικολούδη, τα νεοκλασικά στο κέντρο, η μπλε πολυκατοικία, τα χαμηλά σπιτάκια στα Αναφιώτικα, ο πύργος Απόλλων, τα προσφυγικά στην Αλεξάνδρας. Όλα κομμάτια ενός παράταιρου αλλά μοναδικού παζλ που συνθέτει την συλλογική μας μνήμη ως κοινωνία, την ίδια μας την ταυτότητα.